ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ

red poppy

Από τις ρωγμές ενός ξύλινου παραθύρου, στη θύμηση πράσινου,
γιατί έχει ξεφτίσει από τον ήλιο που το βαράει τόσο καιρό,
ένα κόσμο παράξενο κοιτώ, κάτω,
που ξεδιπλώνεται μπροστά μου.

Με δίψα,
τα μάτια μου ακολουθούν τους αφρούς των κυμάτων που μουσκεύουν
τα βράχια,
και αυτούς τους στροβιλισμούς του αγέρα που χαϊδεύουν τα στάχυα,
χρυσά που ξεπροβάλλουν
και επενδύουν με γούστο τούτον εδώ τον κάμπο.

Με δίψα και τα ψάρια θέλουν να βγουν για να ζεσταθούν
και τα δέντρα τριγύρω να ρίξουν το φύλλωμα τους
να προλάβουν την Άνοιξη.
Και τα πουλιά και αυτά πετούν
και μόλις βρίσκουν καμία άσπρη βουνοκορφή πηγαίνουν και κοντοστέκονται
για να θαυμάσουν το τοπίο.
Από πάνω, όπως και εγώ.

Άλλα πουλιά πηγαίνουν
και κάθονται στα γυμνά κλαδιά
και πιάνουν συζήτηση με τα δέντρα.
Δεν ενοχλούνται από το αλάτι της θάλασσας, που σαν βροχή πέφτει πάνω τους,
ούτε τα δέντρα ενοχλούνται,
για αυτό κάνουν παρέα.

Και μέσα σε όλο αυτό το αρμονικό πλήθος,
έρχεται να συμπληρώσει το κάδρο μια κατακόκκινη παπαρούνα,
που προσφέρει το άρωμα της σε όλο τον κάμπο
και που υπάρχει εκεί για καιρό ˙πολύ καιρό.
Πριν φυτρώσουν τα στάχυα,
πριν φυτρώσουν τα δέντρα,
πριν μάθουν να πετάνε τα πουλιά,
και πριν μάθουν κολύμπι τα ψάρια.

Η όμορφη παπαρούνα βρισκόταν εδώ,
στολίζοντας τον χώρο,
μα ο καιρός πέρασε
και τώρα στη μέση του κάμπου,
λιάζεται και απολαμβάνει το ήσυχο ηλιοβασίλεμα,
λίγο πριν μαραθεί,
λίγο πριν αφήσει πίσω της
τον κόσμο.
Και ύστερα απλά κάτι να την θυμίζει, κάτι που να αποδεικνύει ότι υπήρξε.

Spread the love